ελεφαντόδοντο

ελεφαντόδοντο
Ουσία από την οποία αποτελούνται οι χαυλιόδοντες του ελέφαντα, του ιπποπόταμου, του θαλάσσιου ελέφαντα, του μαμούθ και του μαστόδοντα (απολιθωμένου ελέφαντα), καθώς και ο μακρύς κυνόδοντας των μονόδοντων μονόκερων. Το ε. αποτελείται κατά 60% από ορυκτά άλατα, κυρίως φωσφορούχο τριανθρακικό άλας, και κατά το υπόλοιπο 40% από οργανικές ύλες. Η εμπορική αξία του κυμαίνεται ανάλογα με τη σκληρότητα, την πυκνότητα και το χρώμα του, το οποίο εξαρτάται από την ηλικία του ζώου (από υποπράσινο μεταβάλλεται σε υποκίτρινο) και από την προέλευσή του (το ε. της Ταϊλάνδης είναι σχεδόν άσπρο). Κέντρα εξαγωγής του ε. είναι η Ζανζιβάρη, το Χαρτούμ, η Βομβάη και τα λιμάνια της Σρι Λάνκα και της Μοζαμβίκης, ενώ άλλες ζώνες, όπως η Ακτή του Ελεφαντοστού και η Γκόα, που παλαιότερα αποτελούσαν τις κύριες περιοχές εξαγωγής ε., σήμερα έχουν χάσει τη σπουδαιότητά τους. Επειδή λόγω του εμπορίου του ε. ο πληθυσμός των αφρικανικών ελεφάντων άρχισε να μειώνεται σε επικίνδυνο βαθμό, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα απαγόρευσαν τις εισαγωγές ε., έπειτα και από πιέσεις διεθνών οικολογικών οργανώσεων. Τέχνη. Υλικό εύκολο στην κατεργασία και ανθεκτικό στη φθορά, το ε. χρησιμοποιήθηκε από το απώτατο παρελθόν για την κατασκευή αντικειμένων για διακοσμητική ή πρακτική χρήση. Ελεφάντινα γλυπτά έχουν ανευρεθεί σχεδόν σε όλους τους προϊστορικούς πολιτισμούς (στεατοπυγικές Aφροδίτες, ζώα κ.ά.). Στους ιστορικούς χρόνους η παραγωγή ελεφάντινων αντικειμένων υπήρξε μεγάλη και ποικίλη (χτένες, περιδέραια, κοσμήματα, αγαλμάτια), ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και στη Συρία, στα κέντρα της Μαγεδούς και της Βύβλου, απ’ όπου οι Φοίνικες τη διέδωσαν σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Τα πολυάριθμα ευρήματα των τάφων των Μυκηνών, της Σπάρτης, της Κνωσού κ.ά., όπως το ελεφάντινο αγαλμάτιο με ένθετο χρυσό του Ακροβάτη της Κνωσού ή των αγοριών του Παλαιοκάστρου, μαρτυρούν την υψηλή ποιοτική στάθμη της κρητομυκηναϊκής παραγωγής. Στις ανασκαφές της Νιμρούδ ανακαλύφθηκαν αρκετά διακοσμητικά ανάγλυφα συροφοινικικής τέχνης του 9oυ αι. π.Χ. Στους γεωμετρικούς χρόνους εξακολούθησαν να παράγονται έργα από ε. στην Ελλάδα. Τα σημαντικότερα από τα ελεφάντινα ειδώλια της περιόδου αυτής βρέθηκαν στον Κεραμεικό. Πολύ καλά διατηρείται το ειδώλιο μιας γυμνής γυναικείας θεότητας, το οποίο χρονολογείται από τον 8o αι. π.Χ. Επίσης, μια σειρά ελεφάντινων ειδωλίων βρέθηκε και στο ιερό της Ορθίας Άρτεμης στη Σπάρτη. Κατά τον 6o αι. εμφανίστηκε η τεχνική των χρυσελεφάντινων αγαλμάτων· η τεχνική αυτή αναπτύχθηκε στην κλασική Ελλάδα και το ε. –που εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται για την κατασκευή σκευών και διακοσμητικών αντικειμένων– χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με τον χρυσό για να φιλοτεχνηθούν τα γυμνά μέρη (πρόσωπο, λαιμός, χέρια, δάχτυλα) των κολοσσιαίων χρυσελεφάντινων λατρευτικών αγαλμάτων που δημιουργούσαν μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Φειδίας (άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, της Αθηνάς στον Παρθενώνα), ο Πολύκλειτος (άγαλμα της Ήρας στο Άργος) κ.ά. Το πολύτιμο υλικό, το οποίο αποσπούσαν από το πλατύτερο τμήμα του χαυλιόδοντα, προσαρμοζόταν στον τεράστιο ξύλινο σκελετό του αγάλματος. Πολλά μικρά ελεφάντινα γλυπτά βρέθηκαν σε τάφους ή σε θησαυρούς ελληνικών ναών, όπως τα γυναικεία ειδώλια του ιερού της Άρτεμης στην Έφεσο, που χρονολογούνται γύρω στον 7o αι. π.Χ. Οι Ετρούσκοι κατασκεύαζαν, επίσης, διακοσμητικά αντικείμενα και σκεύη από ε.: αξιόλογα δείγματα είναι τα σκαλιστά πλακίδια του Ορβιέτο και της Ταρκυνίας του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. Στη ρωμαϊκή εποχή η μεγάλη αύξηση της τιμής του ε. περιόρισε σημαντικά την εισαγωγή του και οι τεχνίτες αναγκάστηκαν να το αντικαταστήσουν με το κόκαλο για την κατασκευή κοινών αντικειμένων. Από τον 4o αι. μ.Χ. η κατεργασία του ε. γνώρισε νέα άνθηση και παράχθηκαν εξαίρετα έργα, που προορίζονταν για κοσμική ή θρησκευτική χρήση, όπως τα λεπτότατα σκαλισμένα δίπτυχα (πτυσσόμενες πινακίδες εγγράφων, που αλείφονταν στο εσωτερικό με κερί για τη γραφή του κειμένου και είχαν στην εξωτερική όψη τους σκαλισμένη τη μορφή ενός κρατι κού λειτουργού). Περίφημα είναι τα δίπτυχα του Ασκληπιού (4ος-5ος αι., Κρατικό Μουσείο του Λίβερπουλ), του Πρόβου (5ος αι., μουσείο Αόστης), των Συμμάχων και Νικομάχων (4ος αι., που έχει μοιραστεί στα μουσεία Βικτορίας και Αλβέρτου στο Λονδίνο και Κλινί στο Παρίσι) και οι ελεφάντινες πλάκες με μορφές αυτοκρατόρων, σκηνές κυνηγιού ή μυθολογικά επεισόδια. Τον ίδιο τύπο διακόσμησης είχαν και τα διάφορα κουτιά και κιβωτίδια της εποχής, που πέρασαν από την κοσμική στη χριστιανική λειτουργική χρήση, τα αρτοφόρια (αρτοφόριο με θαύματα του Χριστού, 6ος αι., σκευοφυλάκιο μητρόπολης του Πέζαρο), οι λειψανοθήκες (λειψανοθήκη του 4ου αι. στο Χριστιανικό Μουσείο της Μπρέσια) κ.ά. Εξαιρετικό δείγμα αυτής της περιόδου αποτελεί ο πολύτιμος θρόνος του επισκόπου Μαξιμιανού στη Ραβένα (6ος αι.), με επένδυση από πλάκες που διαθέτουν λεπτομερές σκάλισμα. Στην Κωνσταντινούπολη μεταχειρίζονταν το ε. του θαλάσσιου ελέφαντα. Το υλικό αυτό διαδόθηκε αργότερα στους μουσουλμάνους, οι οποίοι του απέδιδαν μαγικές ιδιότητες και το χρησιμοποιούσαν για να διακοσμούν τις λαβές των σπαθιών και των εγχειριδίων. Το ελεφάντινο ανάγλυφο του Αγίου Ιωάννη στο μουσείο Βικτορίας και Αλβέρτου του Λονδίνου, τα τρίπτυχα του Λούβρου και του μουσείου του Βατικανού, τα κιβωτίδια, οι πλάκες και οι σταχώσεις των κωδίκων στα μουσεία του Λονδίνου, του Παρισιού και της Ρώμης μαρτυρούν μια δεύτερη άνθηση της τέχνης αυτής στο Βυζάντιο, στο τέλος του 9ου και κατά τον 10o αι., καθώς και την εξαιρετική ποιοτική στάθμη της. Την ίδια εποχή, η καρολίγγεια και η οθωνική τέχνη της Δύσης, εκτός από τα θαυμάσια δίπτυχα και τις σταχώσεις των κωδίκων με ιερές παραστάσεις (Ευαγγελιστάριο του Τουτίλα στο Ζανκτ Γκάλεν της Ελβετίας, Ευαγγελιστάριο του Λορς στο Χριστιανικό Μουσείο του Βατικανού, και τα δύο του 9ου αι.), περιλάμβανε χτένια, μαχαίρια, μικρούς κάδους, πλακίδια, επενδύσεις Αγίων Τραπεζών ή φορητές Άγιες Τράπεζες από ε. Στη ρομανική εποχή οι λειψανοθήκες, τα κιβωτίδια και οι ποιμαντορικές ράβδοι προσφέρουν ένα ποικίλο και ενδιαφέρον δειγματολόγιο (λειψανοθήκη του Έλτενμπεργκ στο Λονδίνο, κιβωτίδια του Εθνικού Μουσείου της Ραβένα). Θαυμάσιο έργο της περιόδου είναι η Παναγία με το Βρέφος του Τζοβάνι Πιζάνο (σκευοφυλάκιο καθεδρικού ναού της Πίζα). Ωστόσο, η ανανέωση του ύφους και του ρυθμού στην κατεργασία του ε. οφείλεται κυρίως στη γοτθική τέχνη, η οποία δημιούργησε πολυάριθμα και αξιόλογα γλυπτά ιερών προσώπων (Παναγίες της Σεν Σαπέλ του Παρισιού και της Βιλνέβ-λεζ-Αβινιόν) και επιβλητικά τρίπτυχα, όπου ο αριθμός των παραστάσεων και των ανθρώπινων μορφών είναι εξίσου μεγάλος με την ποικιλία των διακοσμητικών θεμάτων. Αξιόλογο για τη λεπτότητα του σκαλίσματος είναι το σύμπλεγμα της Στέψης της Παρθένου, έργο γαλλικής σχολής του 13ου αι. (Λούβρο). Κατά την υστερογοτθική περίοδο η παραγωγή πολυπτύχων από ε. στη Γερμανία, στη Γαλλία και στη Φλάνδρα ήταν πολύ διαδεδομένη. Στην Ιταλία, το περίφημο εργαστήριο του Εμπριάκι (Φλωρεντία, Βενετία) κατασκεύαζε, σε όλη τη διάρκεια του 15oυ αι., κομψά κιβωτίδια, δίπτυχα, τρίπτυχα και φορητές Άγιες Τράπεζες από ε., για θρησκευτική και κοσμική χρήση, καθώς και έργα μεγάλων διαστάσεων, όπως το σκαλισμένο πολύπτυχο του βωμού της Τσερτόζα στην Παβία από διάφορα υλικά, όπως ε., κόκαλο, φίλντισι και πολύτιμα ξύλα. Παρότι η παραγωγή στην Αναγέννηση ήταν περιορισμένη, στην περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν ορισμένα αριστουργήματα, όπως το τρίπτυχο του Λούβρου, φλωρεντινής σχολής, η λειψανοθήκη της μητρόπολης του Γκρατς (Αυστρία) και ο Θρίαμβος του Έρωτα του Εθνικού Μουσείου της Φλωρεντίας. Τότε εμφανίστηκε και η συνήθεια της αναπαραγωγής περίφημων έργων με τη χρήση ε., τεχνική που επικράτησε αργότερα, στην εποχή του μπαρόκ. Τον 18o αι., το ε. χρησιμοποιήθηκε συχνά σε συνδυασμό με το φίλντισι, για ένθετες διακοσμήσεις σε δίσκους, σε πολυτελείς σέλες, σε διάφορα σκεύη και κυρίως σε έπιπλα. Στην εποχή του μπαρόκ, το ε. χρησίμευε και για την κατασκευή δοχείων, επιτραπέζιων παιχνιδιών, τορνευτών φιαλών, πλαισίων, πιάτων, κηροπηγίων και επιστημονικών οργάνων, καθώς και για την αναπαραγωγή ή τις απομιμήσεις ζωγραφικών έργων, όπως τα ανάγλυφα του Γκέρχαρντ Βαν Όπσταλ (Παρίσι, Μουσείο Λούβρου) με βακχικές σκηνές, τις οποίες εμπνεύστηκε από τον Ρούμπενς, τα ανάγλυφα του Λούκας Φάιντερμπε (Μαδρίτη, μουσείο Πράντο) με παραστάσεις παιδικών χορών, και του Φράνσις Βαν Μπόσουιτ από πρότυπα του Μπερνίνι. Τον 18o αι. το ε. άρχισε να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για κάθε τύπου αντικείμενα και συνδυαζόταν με έβενο ή με ασήμι: καπνοθήκες, βεντάλιες, μαχαιροπήρουνα, προσωπογραφίες σε μετάλλια ή oλόγλυφες προτομές. Σε αυτή την περίοδο ανήκουν οι περίφημες σχολές της Ουλμ, της Δρέσδης και της Νυρεμβέργης, όπου εργάστηκαν ο Λέοναρντ Κερν, η οικογένεια Τσικ, ο Μπένεντικτ Χερτς και ο Μπαλτάζαρ Στοκάμερ, δημιουργός του περίφημου συμπλέγματος του Ηρακλή και της Ύδρας σε σχέδιο του Πέτρο ντα Κορτόνα (μουσείο Μπαρτζέλο, Φλωρεντία). Στη Γαλλία τα γνωστότερα κέντρα επεξεργασίας του ε. ήταν η Διέπη, όπου εργάστηκε ο περίφημος προσωπογράφος Νταβίντ Λε Μαρσάν, και το Σεν Κλοντ, όπου η παραγωγή συνεχίστηκε έως τον 19ο αι. Ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους προσωπογράφους ήταν ο Mίκαελ Χάμερ, η γαλλική οικογένεια των Ροσέ ντε Σεν Κλοντ και οι Αντόνιο Λεόνι και Τζοβάνι Μπατίστα Πότσο στην Ιταλία (18ος αι.). Τον 19o αι. η χειροτεχνική επεξεργασία του ε. υποσκελίστηκε από τη βιομηχανική παραγωγή, η οποία συνέβαλε στον πολλαπλασιασμό των εφαρμογών του. Κατά τον 20ό αι. το ε. αντικαταστάθηκε από νέα συνθετικά προϊόντα, τα οποία απομιμήθηκαν το χρώμα, τη στερεότητα και την ελαστικότητά του. Στην Ανατολή η κατεργασία του ε. έχει αρχαιότατη παράδοση και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να συνιστά έναν σημαντικό βιοτεχνικό κλάδο. Στην Ινδία κατασκευάζονται χτένια, περιδέραια και αγαλμάτια θεοτήτων, συχνά επιβερνικωμένα και με έντονους χρωματισμούς, όπως εκείνα του Χαϊντεραμπάντ. Για να αξιοποιήσουν ολόκληρο τον χαυλιόδοντα, τον χωρίζουν κατά μήκος σε δύο μέρη και έτσι τα γλυπτά εμφανίζονται κοίλα ή κυρτά. Τα έργα του Μουλμέιν, του κυριότερου κέντρου παραγωγής της Μυανμάρ, χαρακτηρίζονται για τα διακοσμητικά φυτικά και ζωικά μοτίβα τους, χαραγμένα σε ολόκληρο τον χαυλιόδοντα. Στην Κίνα, για την κατασκευή ιερών μορφών και περιδέραιων, χρησιμοποιείται και το ε. του θαλάσσιου ελέφαντα, στο οποίο παλαιότερα απέδιδαν μαγικές ιδιότητες. Τυπικά έργα κινεζικής τέχνης είναι τα Τάο-Τσίου, διακοσμητικά αντικείμενα που αποτελούνται από μία σειρά από σφαίρες, οι οποίες κινούνται τοποθετημένες με επιδεξιότητα η μία μέσα στην άλλη. Στην Ιαπωνία κατασκευάζονται πολύπλοκα παιχνίδια, ζωγραφισμένα κοσμήματα, σκεύη και πόρπες που ονομάζονται Νετσούκε. Η ισλαμικής τεχνοτροπίας χειροτεχνία του ε., ιδιαίτερα διαδεδομένη κυρίως στην Ισπανία, άφησε περίφημα δείγματα, όπως τη σκαλιστή κασετίνα με διακόσμηση από σμάλτο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Μαδρίτης, το κιβωτίδιο της μητρόπολης της Παμπλόνα (1005) και το αρτοφόριο της Θαμόρα, που σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Μαδρίτης. Τα μεγαλύτερα κέντρα παραγωγής της Ισπανίας ήταν η Κόρντομπα (10ος αι. μ.Χ.) και η Κουένκα (11ος αι. μ.Χ.). Στους αφρικανικούς λαούς το ε. υπήρξε ένα από τα κυριότερα μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης. Τα ε. του Μπενίν, που ονομάστηκαν έτσι από την περιοχή της Γουινέας όπου οι Πορτογάλοι άρχισαν να εξάγουν το πολύτιμο αυτό υλικό τον 15o αι., έφτασαν, στη διάρκεια του 16oυ και του 17oυ αι., σε αξιόλογο καλλιτεχνικό επίπεδο. Τα έργα αυτά (αγαλματίδια, ειδώλια και εργαλεία) παρουσιάζουν, εκτός από τα καθαρά αφρικανικά στοιχεία, και μια τελειοποίηση της τεχνικής, που οφείλεται στις επαφές που είχαν οι παραγωγοί τους με τους Ευρωπαίους. φυτικό ε. Πολύ σκληρή και βαριά κερατοειδής ουσία, ανοιχτού χρώματος, που κυμαίνεται από το υπόλευκο (το χρώμα του πραγματικού ε.) έως το ωχρώδες και το υπόφαιο. Η ουσία αυτή, που αρχικά έχει υγρή μορφή, αποτελεί το ενδοσπέρμιο των χοντρών σπόρων που παράγουν αρκετά φοινικοειδή φυτά, όπως ο φυτελέφας ο μακρόκαρπος της τροπικής Αμερικής, τα είδη του γένους υφαίνη της ανατολικής Αφρικής και τα γένη σάγος (καρυδιά της Ταϊτής) και βόρασος (καρυδιά της Παλμύρας). Το φυτικό ε., αν υποστεί κατάλληλη κατεργασία ώστε να μοιάζει περισσότερο με το πραγματικό ε., χρησιμοποιείται στην κατασκευή διαφόρων μικρών αντικειμένων και κυρίως κουμπιών. Σταύρωση, έργο του 9ου ή 10ου αι., που βρίσκεται σε ιταλικό μουσείο. Το υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί είναι το ελεφαντόδοντο. Λειψανοθήκη του 4ου αι. από ελεφαντόδοντο· στις ακραίες ζώνες εικονίζονται οι ιστορίες του Ιωνά, της Σωσάννης και του Δαβίδ, και στο κεντρικό τμήμα το θαύμα της αιμορροούσης, ο Ιησούς μεταξύ των διδασκάλων και ο καλός Ποιμήν (Χριστιανικό Μουσείο, Μπρέσια). Πολύτιμο πολύπτυχο του 15ου αι. από ελεφαντόδοντο με 66 ανάγλυφα, που εξιστορούν επεισόδια από τον βίο της Παναγίας, και με 90 αγάλματα αγίων. Μεγάλος σπόρος του φυτελέφαντος του μακροκάρπου, φοινικοειδούς της τροπικής Αμερικής. Από τους σπόρους αυτούς προέρχεται το φυτικό ελεφαντόδοντο που μοιάζει πολύ με το πραγματικό. Σύμπλεγμα δύο θεοτήτων-μητέρων και ενός παιδιού από τις Μυκήνες, από ελεφαντόδοντο, του 15ου αι. π.Χ. Γενικά τα ελεφάντινα έργα τέχνης του κρητομυκηναϊκού πολιτισμού είναι υψηλής καλλιτεχνικής στάθμης και κινούν αμέριστο το ενδιαφέρον των φιλότεχνων (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα). Κινεζικά ελεφάντινα αγαλμάτια του 18ου αι. που παριστάνουν δύο πλανόδιους οργανοπαίκτες. Στην Κίνα είναι διαδεδομένη και η κατεργασία του ελεφαντόδοντου του θαλάσσιου ελέφαντα. Μεταφορά χαυλιόδοντα στην κεντρική Αφρική. Το κέντρο εμπορίου του ελεφαντόδοντου τον 14o και 15o αι. ήταν ο κόλπος της Γουινέας, απ’ όπου ξεκινούσαν για τις ευρωπαϊκές αγορές τα πορτογαλικά πλοία με το πολύτιμο φορτίο. Κεφάλι από ελεφαντόδοντο της ωρινιάκιας περιόδου. Συριακή πυξίδα από ελεφαντόδοντο του 14ου αι. π.Χ. Αιγυπτιακό γλυπτό της 18ης δυναστείας (1570-1318 π.Χ.), κατασκευασμένο από ελεφαντόδοντο. Τον Νοέμβριο του 2002 βρέθηκε στον κόλπο της Σητείας, στην Κρήτη, χαυλιόδοντας μήκους 1,4 μ., που ανήκει σε πρόγονο των σημερινών ελεφάντων ο οποίος έζησε στο νησί πριν από 7-9 εκατ. χρόνια· μετά από λεπτομερή μελέτη και συντήρηση στο εργαστήριο παλαιοντολογίας του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για το είδος deinotherium giganteum (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το (Α ἐλεφαντόδους, ο)
ο χαυλιόδοντας τού ελέφαντα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ελεφαντόδοντο — το ο χαυλιόδοντας του ελέφαντα, το ελεφαντοκόκαλο, το φίλντισι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιορδανία — Επίσημη ονομασία: Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας Έκταση: 92.300 τ. χλμ. Πληθυσμός: 5.307.470 (2002) Πρωτεύουσα: Αμμάν (1.415.000 κάτ. το 1999)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας, στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Δ με το Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • ελέφαντας — (elephas). Θηλαστικό της οικογένειας των ελεφαντιδών, της τάξης των προβοσκιδοειδών, η οποία περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα χερσαία ζώα που επιζούν μέχρι σήμερα. Εκτός από τις σημαντικές του διαστάσεις, ο ε. χαρακτηρίζεται και από την παρουσία της… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρι — Κοπτικό εργαλείο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα. Η κατασκευή των μ. ποικίλει, ωστόσο η λεπίδα τους κατασκευάζεται από σίδερο ή ατσάλι, ενώ η λαβή είτε από το ίδιο μέταλλο (όπως στα τραπεζομάχαιρα), οπότε αποτελεί ενιαίο κομμάτι με τη λεπίδα,… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Δελφών — Το Μουσείο των Δελφών, που στεγάζει μία από τις πλουσιότερες συλλογές έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με χρήματα του ελληνικού δημοσίου και την αρωγή του εθνικού… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Δήλου — Το Μουσείο της Δήλου αποτελεί μοναδικό φαινόμενο. Eίναι ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Eλλάδας, και όμως βρίσκεται σ’ ένα άγονο και ακατοίκητο νησί. Στο νησί, όπου σήμερα δεν επιτρέπεται η διανυκτέρευση παρά μόνο στους φύλακες του… …   Dictionary of Greek

  • Σάμος — I Αρχαίος επιγραμματοποιός (3ος αι. π.Χ.). Ηταν γιος του Χρυσόγονου, του συμβούλου του βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππου E’. Επειδή απόφευγε να κολακεύει το βασιλιά Φίλιππο, ο τελευταίος διέταξε να τον θανατώσουν (204 π.Χ.). Σύμφωνα με μαρτυρίες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”